| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.449.968 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μοναδικός |
0,03 sec. |
|
|
μοναδικός unique, singular, only unique, seul уникальный, единственный الأفضل, فريد jedinečný, jediný eneste, unik einzigartig, einziger único ainoa, ainutlaatuinen jedini, jedinstven solo, unico 唯一の, 独特の 독특한, 유일한 enig, uniek bare, unik jedyny, wyjątkowy único enda, unik เพียงเท่านั้น, ลักษณะเฉพาะ eşsiz, tek duy nhất 唯一的, 独特的
επίθ μοναδικός, μοναδική, μοναδικό [monaði'kos, monaði'ci, monaði'ko] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|