Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.271.656 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μοναδικός

0,01 sec.
μοναδικός unique, singular, only unique, seul уникальный, единственный الأفضل, فريد jedinečný, jediný eneste, unik einzigartig, einziger único ainoa, ainutlaatuinen jedini, jedinstven solo, unico 唯一の, 独特の 독특한, 유일한 enig, uniek bare, unik jedyny, wyjątkowy único enda, unik เพียงเท่านั้น, ลักษณะเฉพาะ eşsiz, tek duy nhất 唯一的, 独特的
επίθ μοναδικός, μοναδική, μοναδικό [monaði'kos, monaði'ci, monaði'ko]
1 μόνος uniqueseul, seule
το μοναδικό λάθος l'unique erreur
2 ασύγκριτος, ιδανικός unique
μοναδικό έργο une œuvre unique
μοναδική ευκαιρία une chance unique
επίρρ μοναδικά [monaði'ka] de façon unique


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.