| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.060.289 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μοναχικός |
0,02 sec. |
|
μοναχικός isolated, monastic, reclusive, lone, lonesome, solitary, lonely isolé, monastique, reclus, solitaire, seul متوحد, مهجور osamělý ensom einsam solitario, solo yksinäinen sam, usamljen solitario, solo 孤独の 고독한, 외로운 eenzaam, verlaten ensom osamotniony, samotny só, solitário одинокий ensam เดียวดาย, หงอยเหงา yalnız cô đơn 孤独的, 寂寞的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|