| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.457.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μονοκόμματος |
0,01 sec. |
|
|
μονοκόμματος blunt
επίθ μονοκόμματος, μονοκόμματη, μονοκόμματο [mono'komatos, mono'komati, mono'komato] 1 που είναι φτιαγμένος από ένα μόνο κομμάτι d'une seule pièce μονοκόμματο μαχαίρι un couteau fait d'une seule pièce Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|