| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.575.862 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μονοσύλλαβος |
0,01 sec. |
|
μονοσύλλαβος επίθ μονοσύλλαβος, μονοσύλλαβη, μονοσύλλαβο [mono'silavos, mono'silavi, mono'silavo] (για λέξη) που έχει μόνο μία συλλαβή monosyllabique Η λέξη «και» είναι μονοσύλλαβη. Le mot «και» est monosyllabique. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|