| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.386.819 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μονότονος |
0,02 sec. |
|
μονότονος monotonous, prosaic, repetitive monotone مُمِل monotónní monoton monoton monótono yksitoikkoinen monoton monotono 単調な 단조로운 monotoon monoton monotonny monótono монотонный monoton น่าเบื่อหน่ายเพราะซ้ำซาก tekdüze đơn điệu 单调的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|