| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.105.438 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μορφωμένος |
0,01 sec. |
|
μορφωμένος educated متعلم vzdělaný uddannet gebildet culto koulutettu éduqué školovan colto 教育のある 교육받은 intellectueel utdannet wykształcony culto образованный utbildad ซึ่งได้รับการศึกษา eğitimli có học thức 受过教育的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|