| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.945.747 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μορφώνω |
0,01 sec. |
|
μορφώνω educate, shape, train ρ μετβ μορφώνω [mor'fono] προσφέρω μόρφωση σε κπ instruire ρ μεσοπαθ μορφώνομαι [mor'fonome] s'instruire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|