| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.492.750 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μοσχοκάρυδο |
0,01 sec. |
|
μοσχοκάρυδο nutmeg muskottipähkin, muskotti muscade nux muscatus мускатный орех muškátový orech جوزة الطيب muškátový oříšek muskatnød Muskatnuss nuez moscada muškatov orah noce moscata ナツメグ 육두구 nootmuskaat muskat gałka muszkatołowa noz-moscada muskotnöt ต้นจันทร์เทศ küçük Hindistan cevizi hạt nhục đậu khấu 肉豆蔻 ουσ ουδ μοσχοκάρυδο [mosxo'kariðo] είδος μπαχαρικού muscade Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|