| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.341.092 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μουδιασμένος |
0,01 sec. |
|
μουδιασμένος numb, torpid خَدِر ztuhlý følelsesløs empfindungslos entumecido tunnoton engourdi umrtvljen insensibile 感覚のない 저린 verstijfd nummen zdrętwiały dormente онемелый domnad ชา uyuşuk tê 麻木的 επίθ α / θ / ουδ μουδιασμένος, μουδιασμένη, μουδιασμένο [muðja'zmenos, muðja'zmeni, muðja'zmeno] που έχει μουδιάσει engourdi/-ie μουδιασμένα χέρια des mains engourdies Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|