| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.353.273 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μουλιάζω |
0,03 sec. |
|
μουλιάζω ينقع namočit lægge i blød einweichen soak poner en remojo liottaa tremper namočiti inzuppare 浸す 잠기다 weken gjennombløte zmoczyć ensopar замачивать(ся) blöta แช่ ıslatmak ngâm 浸透 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|