| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.471.339 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μουλιάζω |
0,01 sec. |
|
|
μουλιάζω ينقع namočit lægge i blød einweichen soak poner en remojo liottaa tremper namočiti inzuppare 浸す 잠기다 weken gjennombløte zmoczyć ensopar замачивать(ся) blöta แช่ ıslatmak ngâm 浸透
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|