| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.275.456 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μουχλιασμένος |
0,02 sec. |
|
μουχλιασμένος متعفن plesnivý muggen schimmelig moldy, mouldy mohoso homeinen moisi pljesniv ammuffito かびた 곰팡 슨 schimmelig muggen spleśniały bolorento, embolorado заплесневелый möglig ซึ่งปกคลุมด้วยรา küflü bị mốc 发霉的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|