| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.369.543 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μουχλιασμένος |
0,01 sec. |
|
μουχλιασμένος متعفن plesnivý muggen schimmelig moldy, mouldy mohoso homeinen moisi pljesniv ammuffito かびた 곰팡 슨 schimmelig muggen spleśniały bolorento, embolorado заплесневелый möglig ซึ่งปกคลุมด้วยรา küflü bị mốc 发霉的 |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|