| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.958.801 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μοχθηρός |
0,02 sec. |
|
μοχθηρός fiendish, malevolent, malicious, spiteful, evil, mean, stingy حقير, شرير lakomý, zlý ond böse, geizig malvado, mezquino paha, pihi malveillant, méchant škrt, zao malvagio, meschino けちな, 悪い 사악한, 인색한 duivels, gemeen gjerrig, ond skąpy, zły mau, mesquinho злой, убогий elak, ond ค่าเฉลี่ย, ชั่วร้าย eli sıkı, kötücül ác, bần tiện 吝啬的, 邪恶的 επίθ α / θ / ουδ μοχθηρός, μοχθηρή, μοχθηρό [moxθi'ros, moxθi'ri, moxθi'ro] κακός και πονηρός malveillant/-ante μοχθηρά [moxθi'ra] avec malveillance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|