| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.743.968 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μούρο |
0,01 sec. |
|
μούρο mûre, baie blackberry, berry, mulberry توت bobule bær Beere baya marja bobica bacca ベリー 베리 bes bær jagoda baga ягода bär ลูกเบอร์รี่เป็นลูกไม้ส่วนใหญ่กินได้และมีลักษณะกลม çalı meyvesi quả mọng 浆果 ουσ ουδ μούρο ['muro] φρούτο, ο καρπός της μουριάς mûre ουσ θ μουριά [mur'ja] είδος δέντρου ή θάμνου mûrier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|