| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.481.829 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μούσκεμα |
0,01 sec. |
|
|
μούσκεμα
ουσ ουδ μούσκεμα ['muscema] είμαι/γίνομαι μούσκεμα βρέχομαι être trempéτα κάνω μούσκεμα αποτυχαίνω n'aboutir à rientomber à l'eau Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|