| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.981.109 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μπάλωμα |
0,01 sec. |
|
μπάλωμα patch رقعة záplata lap Flicken parche paikka raccord mrlja toppa つぎ 깁는 헝겊 lapje lapp łata remendo заплата lapp แผ่นผ้าปะรูในเสื้อผ้า yama miếng vá 补丁 ουσ ουδ μπάλωμα ['baloma] 1 κομμάτι ύφασμα που καλύπτει τρύπα raccommodage ρούχα με μπαλώματα des vêtements raccommodés 2 το να μπαλώνω ρούχα raccommodage το μπάλωμα των καλτσών le raccommodage des chaussettes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|