| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.428.653 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μπαγιάτικος |
0,01 sec. |
|
μπαγιάτικος stale مبتذل starý gammel abgestanden rancio vanhentunut rassis star stantio 古くなった 신선하지 않은 niet vers ikke fersk czerstwy envelhecido черствый gammal ไม่สด bayat ôi thiu 陈腐的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|