| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.730.258 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μπακάλικο |
0,02 sec. |
|
μπακάλικο épicerie grocery, grocer's, grocery store متجر البقالة smíšené zboží købmandsbutik Lebensmittelhändler colmado ruokakauppa trgovina mješovite robe negoziante 食料雑貨店 식료품점 kruidenierswinkel kolonial sklep warzywny mercearia бакалейная лавка specerihandlare ร้านขายของชำ bakkal cửa hàng tạp hóa 食品店 ουσ ουδ μπακάλικο [ba'kaliko] μικρό κατάστημα με διάφορα είδη épicerie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|