| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.548.506 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μπαλκονόπορτα |
0,01 sec. |
|
μπαλκονόπορτα porte-fenêtre ουσ θ μπαλκονόπορτα [balko'noporta] η πόρτα προς το μπαλκόνι porte-fenêtre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|