| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.488.816 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μπερδεύω |
0,04 sec. |
|
μπερδεύω confuse, muddle confondre путать ρ μετβ μπερδεύω [ber'ðevo] 1 ανακατεύω battre μπερδεύω τα χαρτιά brouiller les cartes 2 κάνω κτ πολύπλοκο για κπ embrouiller Με μπέρδεψες με τις εξηγήσεις σου. Je me suis embrouillée avec tes explications. ρ μεσοπαθ μπερδεύομαι [ber'ðevome] τα έχω χαμένα, δεν καταλαβαίνω s'embrouillerêtre confus/-use Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|