| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.540.874 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μπιζέλι |
0,02 sec. |
|
μπιζέλι pea, mangetout, snow pea pois, mange-tout Erbse, Zuckererbse بِسِلَّة hrách cukrový sukkerært guisante mollar palkoineen syötävä sokeriherne mahune taccola サヤエンドウ 망쥐뚜 peul sukkerert groch cukrowy ervilha-torta горох стручковый sockerärta ถั่วผักชนิดหนึ่ง mangetout đậu ăn cả vỏ 嫩豌豆 ουσ ουδ μπιζέλι [bi'zeli] είδος λαχανικού poireau Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|