Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.501.099 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μπικουτί

0,01 sec.
μπικουτί bigoudi, rouleau
μπικουτί roller, curler
μπικουτί natáčka, váleček
μπικουτί papillot, tromle
μπικουτί Lockenwickler, Walze
μπικουτί rodillo, rulo
μπικουτί kiharrin, rulla
μπικουτί valjak, vikler
μπικουτί bigodino
μπικουτί カーラー, ローラー
μπικουτί 굴림대, 헤어롤
μπικουτί krulspeld, roller
μπικουτί krøllspenne, valse
μπικουτί papilot, wałek
μπικουτί bóbi, rolo, rolo para cabelo
μπικουτί бигуди, валик
μπικουτί hårspole, vals
μπικουτί เครื่องบดถนน, โรลม้วนผม
μπικουτί bigudi, silindir
μπικουτί dụng cụ uốn xoăn tóc, trục lăn
μπικουτί 卷发夹, 滚筒


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.