| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.644.667 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μπιμπερό |
0,01 sec. |
|
μπιμπερό biberon زجاجة رضاعة الطفل kojenecká lahev sutteflaske Babyflasche baby bottle, baby's bottle biberón tuttipullo bočica za bebu biberon 哺乳瓶 아기 젖병 babyfles tåteflaske butelka dla niemowląt biberão, mamadeira детская бутылочка nappflaska ขวดนมเด็ก biberon bình sữa trẻ em 婴儿奶瓶 ουσ ουδ άκλ μπιμπερό [bibe'ro] μπουκάλι με τεχνητή θηλή για να πίνει το μωρό biberon Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|