| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.501.769 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μπλέκω |
0,01 sec. |
|
|
μπλέκω complicate, entangle, tangle, embroil, involve
ρ μετβ μπλέκω ['bleko] 2 δυσκολεύομαι να διακρίνω confondre 3 κάνω κτ πιο πολύπλοκο compliquer Μπλέκεις τα πράγματα. Tu compliques les choses. ρ αμετβ μπλέκω ανακατεύομαι s'impliquer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|