Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.103.145 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μπορώ

0,04 sec.
μπορώ dürfen, können can, may povi poder pouvoir potere يُعَلب moci kan osata moći ・・・できる ...할 수 있다 inblikken kan móc poder мочь kunna บรรจุกระป๋อง สามารถ yapabilmek đóng hộp
ρ μετβ μπορώ [bo'ro]
αντέχω κπ ή κτ supporter
Δεν μπορώ τον πολύ κόσμο. Je ne supporte pas la foule.
ρ αμετβ μπορώ
1 έχω τη δυνατότητα pouvoir
ΜπορείςΘα μπορούσες να με βοηθήσεις; Peux-tu/Pourrais-tu m'aider ?
2 ξέρω pouvoirsavoir
Μπορώ να πηδήξω πολύ ψηλά. Je peux sauter très haut.
3 αντέχω supporter
Δεν μπορώ να τον βλέπω άρρωστο. Je ne supporte pas de le voir malade.
ρ απρόσ μπορεί [bo'ri]
ίσως probablement
Μπορεί. Peut-être.
Μπορεί να βρέξει. Il se pourrait qu'il pleuve.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.