| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.672.720 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μποτιλιάρισμα |
0,02 sec. |
|
μποτιλιάρισμα jam, gridlock, tailback, traffic jam ازدحام المرور dopravní zácpa trafikprop Verkehrsstau embotellamiento liikenneruuhka embouteillage prometna gužva ingorgo 交通渋滞 교통 마비 verkeersopstopping trafikkork korek congestionamento дорожная пробка trafikstockning การจราจรติดขัด trafik sıkışıklığı sự tắc nghẽn giao thông 交通堵塞 ουσ ουδ μποτιλιάρισμα [boti'ʎarizma] πρόβλημα κυκλοφορίας λόγω κίνησης embouteillage πέφτω σε μποτιλιάρισμα tomber dans un embouteillage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|