| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.355.639 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μπουχτίζω |
0,01 sec. |
|
μπουχτίζω fed up ρ αμετβ μπουχτίζω [bu'xtizo] βαριέμαι αφόρητα κτ en avoir assezen avoir marre Το μπούχτισα το σχολείο! J'en ai assez de l'école ! |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|