Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.771.808 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μπροστινός
(προωθήθηκε από μπροστινό)

0,03 sec.
μπροστινός dianteiro, frontal forward, front أمامي přední for- vorne delantero etu- devant prednji anteriore 前の 앞의 voor- for- przedni передний fram- ข้างหน้า ön đằng trước 前面的
επίθ α / θ / ουδ μπροστινός, μπροστινή, μπροστινό [brosti'nos, brosti'ni, brosti'no]
που βρίσκεται μπροστά από κτ ή κπ de devant
το μπροστινό κάθισμα le siège de devant
ουσ α / θ μπροστινός, μπροστινή αυτός που βρίσκεται μπροστά μου celui/celle de devant
Ρώτα τον μπροστινό σου. Demande à celui qui est devant toi.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.