| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.516.848 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μπόλικος |
0,02 sec. |
|
|
μπόλικος rife
επίθ α / θ / ουδ μπόλικος, μπόλικη, μπόλικο ['bolikos, 'bolici, 'boliko] άφθονος abondant/-ante μπόλικο φαγητό une nourriture abondante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|