| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.862.299 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μυρίζω |
0,03 sec. |
|
μυρίζω scent, smell sentir يستكشف, يَشم čichnout, zapáchat lugte riechen, stinken oler, olfatear haista, haistaa mirisati, mirišati odorare, puzzare においがする, においを嗅ぐ ...의 냄새가 나다, 냄새를 맡다 ruiken, stinken lukte pachnieć, poczuć zapach cheirar обонять, пахнуть lukta ได้กลิ่น, ดมกลิ่น koklamak, kokmak ngửi 闻 ρ αμετβ μυρίζω Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|