Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.530.293 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μυστηριώδης

0,01 sec.
μυστηριώδης mysterious, secretive, uncanny mystérieux, étrange غامض, غريب podivný, záhadný forbløffende, mystisk geheimnisvoll, unheimlich asombroso, misterioso outo, salaperäinen tajanstven inquietante, misterioso 薄気味悪い, 謎めいた 신비로운, 신비한 geheimzinnig, mysterieus mystisk, uhyggelig osobliwy, tajemniczy estranho, misterioso сверхъестественный, таинственный kuslig, mysterisk แปลกจนไม่สามารถอธิบายได้, ที่ลึกลับ gizemli, tekinsiz huyền bí, kì lạ 神秘的, 离奇的, 神秘 神秘 מסתורי
επίθ α/θ / ουδ μυστηριώδης, μυστηριώδες [mistiri'oðis, mistiri'oðes]
αινιγματικός και κάπως τρομακτικός mystérieux/-ieuse
μυστηριώδης τύπος un type mystérieux
μυστηριώδης υπόθεση une affaire mystérieuse
επίρρ μυστηριωδώς [-ώς, mistirio'ðos] mystérieusement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.