| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.530.293 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μυστηριώδης |
0,01 sec. |
|
|
μυστηριώδης mysterious, secretive, uncanny mystérieux, étrange غامض, غريب podivný, záhadný forbløffende, mystisk geheimnisvoll, unheimlich asombroso, misterioso outo, salaperäinen tajanstven inquietante, misterioso 薄気味悪い, 謎めいた 신비로운, 신비한 geheimzinnig, mysterieus mystisk, uhyggelig osobliwy, tajemniczy estranho, misterioso сверхъестественный, таинственный kuslig, mysterisk แปลกจนไม่สามารถอธิบายได้, ที่ลึกลับ gizemli, tekinsiz huyền bí, kì lạ 神秘的, 离奇的, 神秘 神秘 מסתורי
επίθ α/θ / ουδ μυστηριώδης, μυστηριώδες [mistiri'oðis, mistiri'oðes] αινιγματικός και κάπως τρομακτικός mystérieux/-ieuse μυστηριώδης τύπος un type mystérieux μυστηριώδης υπόθεση une affaire mystérieuse επίρρ μυστηριωδώς [-ώς, mistirio'ðos] mystérieusement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|