| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.430.814 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μυωπικός |
0,02 sec. |
|
μυωπικός myopic, near-sighted, short-sighted μυωπικός myope μυωπικός قريب النظر, قصير النظر μυωπικός krátkozraký μυωπικός nærsynet μυωπικός kurzsichtig μυωπικός miope μυωπικός likinäköinen, lyhytnäköinen μυωπικός kratkovidan μυωπικός miope μυωπικός 近視の μυωπικός 근시의 μυωπικός bijziend μυωπικός nærsynt μυωπικός krótkowzroczny μυωπικός míope μυωπικός близорукий μυωπικός närsynt μυωπικός ซึ่งมีสายตาสั้น, สายตาสั้น μυωπικός miyop μυωπικός bị cận thị, cận thị μυωπικός 近视的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|