| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.766.433 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μόνιμα |
0,02 sec. |
|
μόνιμα permanently μόνιμα بشكل دائم μόνιμα trvale μόνιμα permanent μόνιμα fortwährend μόνιμα permanentemente μόνιμα pysyvästi μόνιμα en permanence μόνιμα stalno μόνιμα permanentemente μόνιμα 永久に μόνιμα 영구히 μόνιμα permanent μόνιμα bestandig μόνιμα stale μόνιμα permanentemente μόνιμα постоянно μόνιμα permanent μόνιμα อย่างถาวร μόνιμα kalıcı bir şekilde μόνιμα một cách lâu dài μόνιμα 永存地 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|