| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.480.138 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μόνιμος |
0,03 sec. |
|
μόνιμος permanent, abiding, enduring, resident permanent دائم trvalý permanent dauerhaft permanente pysyvä stalan permanente 永久の 영구적인 permanent varig trwały permanente постоянный permanent ถาวร kalıcı vĩnh cửu 永久的 επίθ μόνιμος, μόνιμη, μόνιμο ['monimos, 'monimi, 'monimo] 1 συνηθισμένος régulier/-ière μόνιμη στήλη une rubrique permanente μόνιμη έκθεση une exposition permanente επίρρ μόνιμα ['monima] για πάντα définitivement Εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Il s'est installé définitivement à Athènes. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|