| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.538.527 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μόνο |
0,03 sec. |
|
|
μόνο nur, Uni only, just, uni, university nur bare, universitet всего, только, университет أحادي, فقط pouze, univerzita kun, universitet sólo, uni vain, yliopisto fac, seulement samo, sveučillište solamente, università 単に, 大学 다만 …뿐, 대학 slechts, universiteit tylko, uniwersytet somente, universidade bara, universitetet เท่านั้น, ตัวย่อของมหาวิทยาลัย üniversite, yalnızca chỉ, trường đại học 仅仅, 单一 само
επίρρ μόνο ['mono] 2 αποκλειστικά uniquement Το έκανα μόνο για σένα. Je l'ai fait uniquement pour toi. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|