Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.538.527 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μόνο

0,03 sec.
μόνο nur, Uni only, just, uni, university nur bare, universitet всего, только, университет أحادي, فقط pouze, univerzita kun, universitet sólo, uni vain, yliopisto fac, seulement samo, sveučillište solamente, università 単に, 大学 다만 …뿐, 대학 slechts, universiteit tylko, uniwersytet somente, universidade bara, universitetet เท่านั้น, ตัวย่อของมหาวิทยาลัย üniversite, yalnızca chỉ, trường đại học 仅仅, 单一 само
επίρρ μόνο ['mono]
1 δηλώνει μικρό βαθμό seulement
Κάπνισα μόνο ένα τσιγάρο. J'ai fumé seulement une cigarette.
2 αποκλειστικά uniquement
Το έκανα μόνο για σένα. Je l'ai fait uniquement pour toi.
σύνδ μόνο
αλλά mais
Θα ερχόμουν, μόνο που δεν έχω αυτοκίνητο. Je viendrais, mais je n'ai pas de voiture.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.