| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.598.281 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μ.μ. |
0,01 sec. |
|
μ.μ. مساءً μ.μ. odpoledne μ.μ. om eftermiddagen μ.μ. nachmittags μ.μ. p.m. μ.μ. de la tarde μ.μ. iltapäivällä μ.μ. de l’après-midi μ.μ. poslijepodne μ.μ. pomeridiano μ.μ. 午後の μ.μ. 오후 μ.μ. p.m. μ.μ. ettermiddag μ.μ. po południu μ.μ. depois do meio-dia, p.m. μ.μ. после полудня μ.μ. e.m. μ.μ. ตัวย่อของเวลาตั้งแต่หลังเที่ยงวันถึงเที่ยงคืน μ.μ. öğleden sonra μ.μ. chiều tối μ.μ. 下午 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|