| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.541.642 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
νάρκη |
0,02 sec. |
|
|
νάρκη mine, stupor mine
ουσ θ νάρκη ['narci] βαθύς ύπνος engourdissement πέφτω σε νάρκη s'engourdirs'endormir η χειμερία νάρκη λήθαργος κπ ζώων το χειμώνα l'hibernation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|