Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.860.664 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

νέος

0,02 sec.
νέος neu new, young, novel, stranger nova jeune, nouveau צעיר nieuw جديد nový ny nuevo uusi novi nuovo 新しい 새로운 ny nowy novo новый ny ใหม่ yeni mới 新的
επίθ α / θ / ουδ νέος, νέα, νέο ['neos, 'nea, 'neo]
1 νεαρός jeune
νέος άνθρωπος un jeune homme
2 σύγχρονος, μοντέρνος neuf, neuvenouveau/nouvel/-elle
νέο πνεύμα un esprit neuf
νέα εποχή une nouvelle époque
3 ανανεωμένος nouveau
νέα έκδοση une nouvelle édition
4 καινούργιος nouveau
Είμαι νέος εδώ. Je suis nouveau ici.
ουσ α / θ νέος, νέα ο νέος άνθρωπος jeune
ωραία νέα une belle jeune
ουσ α πληθυντικός νέοι ['nei] τα νιάτα, η νεολαία jeunes
οι νέοι σήμερα les jeunes d'aujourd'hui


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.