| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.679.113 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νήπιο |
0,01 sec. |
|
νήπιο toddler bébé, bambin طفل صغير عادة ما بين السنة الأولى والثانية batole lille barn Kleinkind niño pequeño taapero malo dijete bambino piccolo よちよち歩きの幼児 아장아장 걷는 아이 kleuter småbarn berbeć criança que começa a andar ребенок, начинающих ходить litet barn เด็กวัยหัดเดิน yeni yürümeye başlayan çocuk đứa trẻ mới biết đi 蹒跚学步的孩子 ουσ ουδ νήπιο ['nipio] μικρό παιδί 1-5 ετών petit enfant; nourrisson Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|