| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.549.834 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ναρκωτικό |
0,01 sec. |
|
|
ναρκωτικό Droge, Rauschgift drug, narcotic drogue drog droga المخدرات droga наркотиков drogas narkotyki наркотици 药物 藥物 סמים 마약
ουσ ουδ ναρκωτικό [narkoti'ko] ουσία που προκαλεί ευχαρίστηση αλλά και εθισμό drogue παίρνω ναρκωτικά se droguer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|