| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.550.069 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ναυάγιο |
0,02 sec. |
|
|
ναυάγιο shipwreck naufrage naufragio schipbreuk Wrack, Schiffbruch حطام السفينة ztroskotání lodi skibsvrag naufragio haaksirikko brodolom 難破 난파 skipsvrak wrak naufrágio кораблекрушение skeppsbrott เรือแตก deniz kazası vụ đắm tàu 海难
ουσ ουδ ναυάγιο [na'vaʝio] βύθιση πλοίου naufrage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|