| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.418.131 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ναυπηγείο |
0,01 sec. |
|
ναυπηγείο chantier naval تِرْسَانة السُفن loděnice skibsværft Schiffswerft shipyard astillero telakka brodogradilište cantiere navale 造船所 조선소 scheepswerf skipsverft stocznia estaleiro верфь skeppsvarv อู่ซ่อมและต่อเรือ tersane xưởng đóng tàu 造船厂 |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|