| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.590.858 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ναύτης |
0,02 sec. |
|
ναύτης matros, sømand sailor, hand, seaman, tar matroso marin, matelot, Matrose, mousse, Seemann matróz marinaio nauta matroos, zeeman marinheiro матрос, моряк Seefahrer, Matrose بحَّار námořník marinero merimies mornar 船員 선원 sjømann żeglarz sjöman ลูกเรือ bahriyeli thủy thủ 水手 ουσ α ναύτης ['naftis] απλό μέλος του πληρώματος πλοίου matelot Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|