| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.853.456 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νεαρός |
0,01 sec. |
|
νεαρός jeune young, budding, youngster, youth شَاب mladý ung jung joven nuori mlad giovane 若い 어린 jong ung młody jovem молодой ung อ่อนวัย genç trẻ 年轻的 επίθ α / θ / ουδ νεαρός, νεαρή, νεαρό [nea'ros, nea'ri, nea'ro] πολύ νέος jeune νεαρό ζευγάρι un jeune couple ουσ α / θ νεαρός, νεαρή πολύ νέος άνθρωπος jeune συμπαθητικός νεαρός un jeune sympathique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|