Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.513.038 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

νεγκλιζέ

0,01 sec.
νεγκλιζέ negligee
νεγκλιζέ négligé
νεγκλιζέ ثوب فضفاض
νεγκλιζέ negližé
νεγκλιζέ negligé
νεγκλιζέ Negligé
νεγκλιζέ picardía
νεγκλιζέ ohut aamutakki
νεγκλιζέ negliže
νεγκλιζέ camicia da notte
νεγκλιζέ 化粧着
νεγκλιζέ 네글리제
νεγκλιζέ negligé
νεγκλιζέ neglisjé
νεγκλιζέ negliż
νεγκλιζέ négligé
νεγκλιζέ неглиже
νεγκλιζέ negligé
νεγκλιζέ เสื้อคลุมของสตรีส่วนมากมีชายทำด้วยลูกไม้
νεγκλιζέ gecelik
νεγκλιζέ áo khoác mặc ở nhà của phụ nữ
νεγκλιζέ 妇女长睡衣


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.