Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.559.715 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

νεκρός

0,01 sec.
νεκρός tot dead mort dood متوفى mrtvý død muerto kuollut mrtav morto 死んだ 죽은 død martwy morto мертвый död ตายแล้ว ölü chết 死的
επίθ α / θ / ουδ νεκρός, νεκρή, νεκρό [ne'kros, ne'kri, ne'kro]
1 που έχει πεθάνει mort, mortedéfunt/-unte
νεκρός άντρας un homme mort
πέφτω νεκρός tomber mort
2 άτονος, άψυχος mort
νεκρό βλέμμα un regard mort
3 χωρίς κίνηση mort
νεκρή περίοδος une période/une saison morte
4 που δε λειτουργεί mort
To τηλέφωνο είναι νεκρό. Le téléphone est mort.
νεκρή γλώσσα
που δε χρησιμοποιείται πια une langue morte
ουσ α / θ νεκρός, νεκρή για πρόσωπο που έχει πεθάνει défunt; défuntemort, morte
θάβω το νεκρό enterrer le défunt


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.