| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.295.763 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
νεογέννητος |
0,02 sec. |
|
νεογέννητος طفل حديث الولادة novorozený nyfødt neugeboren newborn recién nacido vastasyntynyt nouveau-né novorođen neonato 生まれたばかりの 갓난 pasgeboren nyfødt nowonarodzony recém-nascido новорожденный nyfödd แรกเกิด yeni doğan mới sinh 新生的 επίθ α / θ / ουδ νεογέννητος, νεογέννητη, νεογέννητο [neo'ʝenitos, neo'ʝeniti, neo'ʝenito] που μόλις έχει γεννηθεί nouveau-né, nouveau-née ουσ ουδ νεογέννητο το μωρό που μόλις έχει γεννηθεί nouveau-né το κλάμα νεογέννητου le pleur d'un nouveau-né Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|