| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.560.447 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
νεοφερμένος |
0,02 sec. |
|
|
νεοφερμένος وَافِد nově příchozí nyankommen Neuankömmling newcomer recién llegado uusi tulokas nouveau venu pridošlica neofita 最近来た人 갓 온 사람 nieuwkomer nykommer przybysz recém-chegado новичок nykomling ผู้มาใหม่ yeni gelen người mới đến 新来者
επίθ α / θ / ουδ νεοφερμένος, νεοφερμένη, νεοφερμένο [neofer'menos, neofer'meni, neofer'meno] που μόλις έχει έρθει nouveau venu/-ue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|