Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.561.789 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

νερό

0,02 sec.
νερό water ماء, مياه вода aigua voda vand Wasser water akvo agua vesi آب vesi eau מים पानी voda víz air vatn acqua aqua ūdens പയസ്സ് water vann woda água apă вода voda вода vatten maji su آب, پانی nước น้ำ
ουσ ουδ νερό [ne'ro]
1 το υγρό στοιχείο της θάλασσας, των ποταμών κ.λπ. eau
πίνω νερό boire de l'eau
βουτάω στο νερό plonger dans l'eau
το αλμυρό νερό l'eau salée
2 το υγρό που περιβάλλει το μωρό στη μήτρα eauxliquide amniotique
3 κυματοειδή σχήματα moirure (de tissu)veine du bois
ξύλο με πολλά νερά bois riche en veines
σπάνε τα νερά
σημάδι ότι αρχίζει ο τοκετός perdre les eaux


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.