Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.743.502 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

νευρικός

0,01 sec.
νευρικός nerve, nervous, neural, petulant, restive nerveux عصبي المزاج nervózní nervøs nervös nervioso hermostunut nervozan nervoso 神経質な 신경질적인 nerveus nervøs nerwowy nervoso нервный nervös กระวนกระวาย sinirli lo lắng 神经紧张的
επίθ α / θ / ουδ νευρικός, νευρική, νευρικό [nevri'kos, nevri'ci, nevri'ko]
1 σχετικός με τα νεύρα nerveux/-euse
το νευρικό σύστημα le système nerveux
νευρική κρίση une crise nerveuse
2 που βρίσκεται σε υπερένταση nerveux
νευρικές κινήσεις des gestes nerveux
νευρικό άτομο un individu nerveux


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.